Αντίφωνο

Επιστημες- Φιλοσοφια-Τεχνες-Θεολογια

Thursday, May 17th

Last update06:00:00 AM GMT

You are here:: ΘΕΜ. ΚΑΤΗΓΟΡΙΕΣ - Ανθρώπινες Σχέσεις - Τρόπος Ζωής - Άρθρα - Νοσταλγία της ευγένειας


Νοσταλγία της ευγένειας

E-mailΕκτύπωσηPDF

Κώστας Βραχνός

 Πώς τόσο αιφνιδίως χάθηκε η ευγένεια τριγύρω και αναμεταξύ μας; Μα, πού πήγε η αιδημοσύνη; Την τρομερή αλλαγή πιστοποιούμε ακόμα κι εμείς οι για την ώρα κάπως νεότεροι, εμείς που δεν γνωρίσαμε παρά μόνον ορισμένες ύστατες εκδηλώσεις της: την τήρηση κάποιων προσχημάτων, το παλιό καλό τακτ, την ακρίβεια στα ραντεβού, τον πληθυντικό αριθμό, την αυτονόητη παραχώρηση θέσης, τις ώρες κοινής ησυ­χίας, έννοιες όπως κοσμιότητα και κομψότη­τα, τις μικρές επισημότητες και τα ανώδυνα εθιμικά πρωτόκολλα, την αναμονή και την πρόποση στο τραπέζι, τις φιλόφρονες συ­στάσεις, το κράτημα της θύρας τη σεμνολογία και τη χαμηλοφωνία, την υπομονή στον διάλογο και παντού, την τάξη στη σχολική αίθουσα, την ευπρέπεια στους δημόσιους χώρους, τη μειλίχια οδήγηση, την ιπποσύνη προς τις γυναίκες -και όχι μόνο—, την χείρα βοηθείας, τον εξυπηρετικό μπάρμαν, το «από καλή οικογένεια», το «με συγχωρείτε», το «ευχαριστώ», το «παρακαλώ» και το «με τις υγείες σας», το καλωσόρισμα και την κατευόδωση, το «χαίρετε» στο ασανσέρ, το α­γουροξυπνημένο χαμόγελο, την ερυθρίαση, την αμηχανία, τον ξερόβηχα.

Κανείς δεν διανοείται να ισχυριστεί ότι «παλιά» οι άνθρωποι ή οι Έλληνες ήταν «κα­λοί» και ότι σήμερα «χάλασαν». Το ότι, όμως, ο μακαρισμός του παρελθόντος αποτελεί αναμφίλεκτη ιστορικο-εθνολογική σταθερά ή το ότι η ποιότητα ζωής, η ομορφιά, η χαρά, η τιμή, το νόημα είναι έννοιες μη μετρήσιμες δεν σχετικοποιεί ούτε υποβαθμίζει κατ' α­νάγκην μια διαπίστωση που κάνει λόγο για εμφανή ποιοτική φθίση ενός είδους ή γέ­νους. Ο Unamuno, «προοδευτικός της πα­ράδοσης», παρατηρεί το 1910: «Πάντοτε υπήρχε όχλος, δεν χωράει αμφιβολία. Όμως, μου φαίνεται ότι ο όχλος άλλων καιρών ήταν πιο σεβαστικός απ’ τον σημερινό, ότι ήξερε να αγνοεί και να σέβεται εκείνους που ήξεραν περισσότε­ρα απ' αυτόν». Εξέλιξη δεν θα πει βελτίωση. [Ούτε στάση θα πει συντήρηση]. Σε κάθε στερεότυπη ελεεινολόγηση σοβεί η πεποί­θηση μιας αχρείαστης μεταλλαγής, ενός επιπόλαιου αφανισμού, μιας αυτοκτονικής πτώχευσης. Ο εφησυχασμός, λοιπόν, στην αλήθεια ότι αρχαιόθεν οι πρεσβύτεροι ελεεινολογούν τους νεότερους παραβλέπει την ισότιμη αλήθεια ότι ορισμένες άξιες δεν διαρκούν αιωνίως και ότι με την ελάχιστη φροντίδα μπορούμε ν' αποτρέψουμε τη μη αναστρέψιμη στρέβλωση ή τον οριστικό χα­μό ενός πράγματος, του οποίου τη ζωτική α­νάγκη επίκειται να νοσταλγήσουμε σφόδρα αμέσως ή αργότερα, πάντως υπερβολικά αρ­γά. Κάναμε π.χ. τα περιβόλια μας πολυκατοι­κίες και σήμερα στενάζουμε που δεν υπάρ­χει πράσινο.
Φαίνεται οι κακουχίες γαλουχούσαν τα άτομα και τις κοινωνίες σ' ένα είδος ολιγάρ­κειας, επισφάλειας κι ευαλωτότητας που τρό­πον τινά εξομοίωνε ως έναν βαθμό τις τύχες κι εκδημοκράτιζε ως άλλον βαθμό τις προσ­δοκίες, έτσι που να μην αποσυνδέεται, και μάλιστα σχεδόν εντελώς, όπως στη σημερι­νή εποχή, η υπαρξιακή μας διάσταση από την κοινωνική, ο αυτοσεβασμός από τον αλ­ληλοσεβασμό, η μέριμνα για το εγώ από το ενδιαφέρον για τους άλλους.
Κι επειδή ο όρος «ευγένεια» παραπέ­μπει πρωτίστως στην κληρονομική αβρότη­τα μιας εξίσου κληρονομικής αριστοκρατίας, η οποία δεν στερείται τόσα ώστε να μην προλαβαίνει ν' ανατραφεί επισταμένως: Μο­λονότι η μόρφωση αποτελούσε στην ιστο­ρία πολυτελές κεκτημένο ή ακόμα και ιδεώδες των ολίγων, η αφελής έγνοια και η συλ­λογική απαίτηση για μια «καθωσπρέπει» πα­ρουσία αρκούσαν συχνά για ν' αντισταθμί­σουν την ανυπαρξία ή στέρησή της. Πλέον, στις μέρες μας της υποχρεωτικής πια εκπαί­δευσης και του αμελητέου αναλφαβητισμού, τα ταπεινά κοινωνικά στρώματα έχουν απο­λέσει σχεδόν εξ ολοκλήρου το φιλότιμο που ενέπνεαν άλλοτε η λιτότητα και ο κίν­δυνος, μιμούμενα την υλοφροσύνη των τα­ξικών τους εχθρών (και κρυπτο-προτύπων), υπερακοντίζοντάς τους σε ζήλο και απερισκεψία. Το ίδιο συνέβη και στη χώρα μας, το ταπεινό κοινωνικό στρώμα της Ευρώπης: ένας πάλαι ποτέ υπερήφανος λαός, μαζί με τα άλλα, έχασε με τον καιρό και οικειοθελώς την υπερηφάνεια, την ευγένεια, την αξιοπρέ­πειά του. Ίσως αμετακλήτως. Το βλέπουμε σε όλα τα επίπεδα: στους ανήθικους και ανερυθρίαστους πολιτικούς στους εγωκεντρι­κούς και άξεστους πολίτες.
Η αγένεια προδίδει, εκτός από κρετινισμό κι έλλειψη αυτοεκτίμησης, νοσούσα ανθρωπολογική και πολιτική στάση. Από τη μία, ο ανάγωγος άνθρωπος δεν αντιλαμβάνε­ται πόσο η έμπρακτη προσκόλληση στον εαυτόν του τον απομονώνει, υπονομεύοντας σε βάθος χρόνου όλα όσα ο ίδιος επιδιώκει, αφού δεν μπορεί να υπάρξει αληθινή ηδονή εκεί που απουσιάζει η στοιχειώδης κοινωνι­κή αποδοχή και μετοχή. Από την άλλη, λη­σμονεί, πάνω απ' όλα, ότι η αναγνώριση της ισότητας συνιστά προϋπόθεση και της εύρυθμης και της εύμορφης διαβίωσης ότι, σε τελική ανάλυση, θερίζουμε ό,τι σπέρνου­με και ότι, με την ανοχή και τη συμβολή μας στην αναίδεια, καθιστούμε τον βίο και τον χώρο μας όλο και πιο αφιλόξενο για εμάς και τους δικούς μας. Δημιουργούμε και εγκα­θιδρύουμε, κοντολογίς, ένα περιβάλλον χω­ρίς ανθρωπιά, σέβας, ηθική και, εν τέλει, αξιο­πρέπεια («στην ηθική δεν υπάρχει τίποτε άλλο έκτος από το αίσθημα της αξιοπρέπειας» - Alain), ένα περιβάλλον μέσο- και μακροπρό­θεσμα α-βιώσιμο. Η αδιαφορία μας για τον άλλο ως πρόσωπο, αν ιδωθεί σε μαζική κλί­μακα, δεν είναι παρά η εχθρική αδιαφορία των άλλων προς το πρόσωπό μας, αφού για τους άλλους εμείς είμαστε οι άλλοι.
Δεν θα ήταν υπερβολή να πούμε ότι ο σημερινός μέσος Έλληνας είναι αγενής. Την ίδια στιγμή, πολλά δεινά που ολοένα και δρι­μύτερα καταλογίζουμε στους άλλους έχουν τη ρίζα τους όχι μόνον στην ευγένεια που τόσο απότομα εξέλιπε αλλά και στην έλλει­ψη νοσταλγίας της. Η αλγεινή ανάμνηση μιας αξίας, όταν αυτή δεν έχει τελεσίδικα παρέλ­θει, ενδέχεται με μαγικό αλλά και ευφυή τρόπο να την αναβιώσει. Έτσι, η πάση θυσία διατήρηση, εμφύσηση, επίκληση, διάδοση ή επαναφορά των καλών τρόπων στα μικρά παιδιά, στις νέες γενιές, δεν είναι ύποπτος αναχρονισμός, αλλά ευφυής ηθική επένδυση κοσμοϊστορικής σημασίας για τον χαρακτή­ρα της προσεχούς ζωής. Οφείλουμε να έχουμε μονίμως κατά νου ότι στις οικογένει­ες και τις κοινωνίες μας δεν γεννιούνται απλώς νέοι άνθρωποι, αλλά σ' αυτές πλάθονται νέοι τύποι άνθρωπου. Κι επειδή, από μία άποψη, πάντοτε στο βάθος παραμένουμε μικρά παιδιά, ικανά να μην κατανοούμε το καλό μας, επείγει για τους μεγαλύτερους, όπου και αν βρίσκονται, η με κάθε μέσο και τρόπο διεκδίκηση της ευγένειας, εδώ που καταντήσαμε, έστω και αρχικά τυπικής ή υποκριτικής, σαν εκείνη των νεοαστών που κεραύνωνε ο L. Bloy. Είναι πολύ προτιμότε­ρη. Η μέσω συστάσεων, ήτοι προσβλητικών υπενθυμίσεων του αυτονόητου, όπως αυτή να στεκόμαστε δεξιά στις κυλιόμενες κλίμα­κες του Μετρό για να μπορούν να διέρχο­νται οι συνάνθρωποί μας. Και όλα αυτά, μπας και (ξανα)γίνουμε στοιχειωδώς «τρυφεροί ο ένας με τον άλλον, καθώς οι θλίψεις μας είναι ίδιες» (J. Swift).
πηγή: Aντίφωνο, αναδημοσίευση από τη «Νέα Ευθύνη», τχ. 4, Μάρτιος–Απρίλιος 2011
  • ιωάννης ααναστασίου

    Πολύ ωραίο το άρθρο σας κ. Βραχνέ. Ομολογώ την συνενοχή μου σε όσα ευστόχως περιγράφετε... Θα ήθελα μόνο να ήταν πιο ευκρινής η διάκριση των 'καλών τρόπων' ενός αστού με την αληθινή εσωτερική ευγένεια της ψυχής.

  • kagelarios

    ευχαριστουμε για το αρθρο. μερικες φορες οι, κατα καποιο τροπο, "ευγενεις", αισθανομαστε μονοι.

  • Ανώνυμος  - Ευγένεια ή φιλότιμο;

    Η ευγένεια στηρίζεται στο ατομικό συμφέρον και γνωρίζει καλά ότι εξυπηρετείται από το συλλογικό συμφέρον. Το φιλότιμο στηρίζεται στην αυτο-κένωση, στην αρετή, και στην ελευθερία. Η ευγένεια ωχρεί μπροστά στο φιλότιμο. Όταν όμως λείψει η συλλογική άσκηση της ευγένειας, σε τι χρησιμεύει η ίδια η ευγένεια; Εκεί χάνεται. Είναι δεσμευμένη στη χρησιμοθηρία. Πως θα ανακτήσουμε το φιλότιμ; Αυτό είναι το ζητούμενο.

  • Γιώργος Καστρινάκης  - Οίστρος εναντιώσεων

    Οφείλω να καταθέσω την επιφύλαξή μου μπροστά σε μια προσέγγιση που (κατ’ ουσίαν) κηρύσσει τον… πόλεμο του φιλότιμου κατά της ευγένειας.
    Ένα – στην πραγματικότητα – εμφύλιο πόλεμο.

    Κι ομολογώ το, έτι περισσότερο, μούδιασμά μου όταν τέτοιες αψίκορες εναντιώσεις, εκδηλώνονται μέσα από έναν λαό ο οποίος διατηρεί ασίγαστη ενάργεια… εμφυλίων αλληλοαποκλεισμών.

  • gea

    Πόσα χρόνια υπήρξα έτσι ευγενική, καλοπροαίρετη, φιλόξενη, ανιδιοτελής! Ποτέ δεν είπα όχι σε άνθρωπο σε μια ανάγκη κι ας ήτανε κιόλας "εχθρός" μου. Το αποτέλεσμα; Απαξίωση, η καλοσύνη και η ευγένεια θεωρήθηκαν ξανά και ξανά ανοησία και σημάδι ασημαντοσύνης, με το σκεπτικό "για να τρέχει αυτή, δεν έχει τίποτα καλύτερο να κάνει." Επίσης εκμετάλλευση, κάνανε τη δουλειά τους μόνο.
    Σήμερα δυστυχώς οι κοινωνίες λειτουργούν με εγωισμό, συμφεροντολογισμό και ανταγωνισμό. Μετά από χ τραυματικές εμπειρίες και για να προστατεύσω τον εαυτό μου από τις συνεχείς ήττες, κραταω μια υγιειή απόσταση από όλους και από όλα.
    Δεν υπάρχουν πια ευγενικοί άνθρωποι, κι αν και δεν είναι όλοι φυσικά κακοί, οι περισσότεροι είναι απλά αδιάφοροι για ότι βρίσκεται έξω από την σφαίρα του εγώ τους.
    Η γεννιά των παιδιών μου ονομάζει "θύματα" τα καλά και ευγενικά παιδιά, αυτά τα λίγα που υπάρχουν ακόμα. Δεν τα ονομάζει δε μόνο έτσι, συχνά αυτά τα παιδιά είναι και στόχος μόμπιγκ, γιατί η ευγένεια και η καλοσύνη ισοδυναμούν με αδυναμία.
    Θυμάμαι με πόση ευγένεια και αφέλεια ξεκίνησαν τα παιδιά μου τη ζωή τους και πόσο γρήγορα αναγκάστηκαν να προσαρμοστούν για να μην γίνουνε τα κορόιδα και ακόμα χειρότερα για να μην γίνουνε θύματα. Λογικό είναι ότι έχουνε μερικές ακλόνητες αρχές, με πρώτη αυτήν να μην κάνουνε στους άλλους ποτέ αυτό που δεν θα θέλανε να τους κάνουνε οι άλλοι. Αλλά η πίστη στον συνάνθρωπο και η εμπιστοσύνη πήγανε προ καιρού περίπατο.
    Προσωπικά όμως δεν νομίζω πως παλιότερα ήτανε τα πράγματα καλύτερα, απλά κάποτε ο κόσμος κρατούσε ακόμα τα προσχήματα, ένιωθε πότε μια πράξη του δεν ήτανε σωστή και δεν τολμούσε να την διαπραγματευτεί ανοιχτά. Πράγματα για τα οποία κάποτε θα ντρεπόμασταν, έγιναν τώρα αυτονόητα, αν όχι κιόλας και του σαλονιού.

  • Γιώργος Καστρινάκης  - Η επινόηση του πραγματικού

    «Θυμάμ αι με πόση ευγένεια και αφέλεια ξεκίνησαν τα παιδιά μου τη ζωή τους και πόσο γρήγορα αναγκάστηκαν να προσαρμοστούν για να μην γίνουνε τα κορόιδα και ακόμα χειρότερα για να μην γίνουνε θύματα. […] Η πίστη στον συνάνθρωπο και η εμπιστοσύνη πήγανε προ καιρού περίπατο.»

    Αυτό που θα μπορούσαμε να ονομάσουμε «απώλεια της εφηβείας» είναι ένα τ ρ ο μ α κ τ ι κ ή ς_ έ κ τ α σ η ς_ και τ ρ ο μ α κ τ ι κ ο ύ_ β ά θ ο υ ς_ φαινόμενο, στο οποίο βεβαίως δεν θα ενσκύψει ποτέ η κοινωνιολογία μας – ούτε, πχ, θα ερωτηθεί σε καμμιά του συνέντευξη ο κ. Ράμφος:
    Η δημόσια συζήτηση επιτρέπεται να αναφέρεται μόνο στα προβλήματα, εκείνα, για τα οποία ο κυρίαρχος λόγος κ α τ α φ έ ρ ν ε ι ακόμα να διασπείρει ψευδαισθητικές απαντήσεις.

    Το Τσάκισμα της Εφηβείας, ωστόσο, δεν αφήνει κανένα περιθώριο για αυταπάτες: Είναι μια πραγματικότητα που αδυνατεί να εξωραϊσθεί – η μόνη, οπότε, διέξοδος που απομένει (σε επίπεδο “υψηλής θεωρίας”) είναι αυτή να κατασκιασθεί.

Γράψτε σχόλιο
Your Contact Details:
Σχόλια:
[b] [i] [u] [url] [quote] [code] [img]   
Security
Security Image
Please input the anti-spam code that you can read in the image.

Σε Δημόσια Διαβούλευση

Έχουμε 92 επισκέπτες συνδεδεμένους

Βρείτε μας στο Facebook