Θανάσης Ν. ΠαπαθανασίουΔεν είναι η νηστεία των μεγαλοβδομαδιάτικων ημερών που μου υποδαυλίζει τον συνειρμό. Ούτε και βρίσκεται στη λέξη «μπριζόλα» το κέντρο βάρους του. Βρίσκεται στη λέξη «χέρι». Κι έχει να κάνει με το ερώτημα ποιος απλώνει χέρι, που το απλώνει και γιατί το απλώνει.
Στην πραγματική πραγματικότητα και στην άθληση της συνύπαρξης, από τον στολισμό του επιταφίου ούτε οι παρεξηγήσεις απουσιάζουν, ούτε οι αισθητικές παραφωνίες αποφεύγονται. Μα αυτά είναι απείρως ελάχιστο κόστος μπροστά στις υπενθυμίσεις που υλοποιεί αυτή η πρακτική. Από τις τοπικές παραδόσεις συχνότατα ξεπροβάλλουν επιτάφιοι αριστουργήματα. Μα και άτσαλοι να ξεπροβάλλουν, είναι χίλιες φορές προτιμότεροι από τα εκείνα τα ανθουργήματα που είναι μεν συμμετρικώς άψογα, μα δεν τα έχει αγγίξει χέρι πιστού! Αναφέρομαι σε εκείνους τους επιτάφιους που εσχάτως οι τοπικές εκκλησιαστικές ηγεσίες αναθέτουν σε επαγγελματίες ανθοπώλες.
Στους ναούς που έχουν πληγεί από τη μαλάρια της θεαματικότητας, στήνεται ήδη από την αρχή της Μεγάλης Εβδομάδας ένα παραπανίσιο παγκάρι, με την επιγραφή: «Για τον στολισμό του επιταφίου». Για την αμοιβή, δηλαδή, του εργολάβου και τη μετατροπή – για άλλη μια φορά – των πιστών από αυτουργούς σε θεατές και καταναλωτές (ή σε κομπάρσους! καθ’ όσον, ευέλικτοι εφημέριοι που δεν θέλουν να χρεωθούν την κατάργηση αυτού που de facto καταργούν, μαζεύουν μεν κόσμο, αλλά για να τον έχουν στην πραγματικότητα ντεκόρ στο ρεσιτάλ του εργολάβου). Είναι λάθος να νομιστεί ότι πρόκειται για ένα επουσιώδες ζήτημα, τεχνικής φύσεως. Αντιθέτως˙ αποτελεί ένα σημείο όπου φανερώνεται τι είδους Εκκλησία επιθυμεί καθένας. Δείχνει πόσο πλέον εξαπλώνεται στον εκκλησιαστικό χώρο η αντίληψη που τους λαϊκούς τους θέλει απλώς χειροκροτητές, σπόνσορες ή προβατίνες, για να καυχάται ο ηγεμών πόσο καλά έχει οργανώσει το φέουδό του, πόσο λαμπρά επιτέλεσε τους εορτασμούς, πόσοι άνθρωποι ακολουθούν την αγιοσύνη του. Μα η τραγωδία δεν έγκειται στο αν μπορεί να οργανωθεί ένα σούπερ μάρκετ, μια πασαρέλα ή ένας ιδιωτικός στρατός. Φυσικά και μπορεί! Η τραγωδία είναι ότι στρεβλώνονται τα κριτήρια και δεν γίνεται κατανοητή η ιλιγγιώδης διαφορά μεταξύ γκλαμουριάς και φωτεινότητας, παπαδοσύνης και εξουσίας, κοινότητας και κλαμπ!
Το κείμενό μου αυτό είναι θυμωμένο. Και δεν καμαρώνω γι’ αυτό. Αναρωτιέμαι όμως πού θα φτάσει η αποθράσυνση και η συστηματική προσπέραση των θεολογικών ερωτημάτων που έχουν από καιρό τεθεί. Ενδεικτικό: Σε ενοριακό ναό που την τελευταία πενταετία έχει παραδοθεί σε εργολάβο, φέτος όχι μόνο ξαναέλαβε χώρα το ανοσιούργημα της Μεγάλης Πέμπτης, αλλά και «επεκτάθηκε»: Οι υπάλληλοι του εργολάβου έκαναν την προεργασία κατά την προηγούμενη μέρα – βράδυ Μεγάλης Τετάρτης – γεμίζοντας τον χώρο με τα «τσακ! τσακ!» που κάνουν οι τανάλιες κόβοντας το σύρμα, σε μια γωνιά του κυρίως ναού κατά τη διάρκεια της ακολουθίας! Άφεριμ εφέντιμ!
Είναι άραγε δυνατή μια αντίσταση σ’ αυτή τη στρέβλωση, η οποία καλπάζει ανερυθρίαστα και σηματοδοτεί ευρύτερα ένα θρησκευτικό πεδίο όπου τα χρήματα μαζεύονται με πάθος και ξοδεύονται δίχως πόνο; Συνήθως ο πιστός που δεν θέλει να προσχωρήσει στη λογική των ενδοεκκλησιαστικών φατριασμών, αυτοπεριορίζεται σε μια δυσανασχέτηση μεταξύ φίλων. Έλα όμως που με τέτοια δεν ιδρώνει το αυτί κανενός Κορλεόνε! Μήπως, λοιπόν, χρειάζεται αναστοχασμός; Μήπως θα πρέπει να σκεφτεί κανείς ότι η ίδια η πίστη αξιώνει πράξη; Μήπως, για παράδειγμα, θα πρέπει να θυμηθούμε πώς ο άγιος Αναστάσιος ο Σιναΐτης τον 7ον αιώνα συμβούλευε να μην προφέρονται χρήματα σε εκκλησίες όπου δεσπόζει απληστία ή αδιαφάνεια;
Παρονυχίδα λοιπόν; Επιμένω πως όχι. Εξ όνυχος την ύαιναν!
πηγή: antifono.gr, πρωτοδημοσιεύτηκε στη Σύναξη τ.102 (2007), σσ. 82-83









Πολύσημο το άρθρο του κ. Παπαθανασίου. Ιδιαίτερα, τα αναφερόμενα στον στολισμό του Επιταφίου - και τα οποία συνήθως παρατηρούνται σε μεγάλες πόλεις - σχετίζονται με την υποκατάσταση της προσφοράς από την κοινωνική πρακτική της συναλλαγής, η οποία κυριαρχεί στον αστικό πολιτισμό. Θα ήταν άτοπο όμως, από μια τέτοια διαμεσολάβηση εργολάβων στο στολισμό του Επιταφίου, να συνάγουμε συμπεράσματα για άλλα ουσιώδη θεολογικά θέματα, όπως ο ίδιος ο συγγραφέας αφήνει να εννοηθεί.(ΒΛ. αυτόθι:"Αναρωτιέμαι όμως πού θα φτάσει η αποθράσυνση και η συστηματική προσπέραση των θεολογικών ερωτημάτων που έχουν από καιρό τεθεί"). Με άλλα λόγια, εάν επιμείνουμε στην ως άνω προσφορά απολειστικά και μόνον από τους ενορίτες, θα πρέπει να αναρωτηθούμε και για άλλα πολλά. Π.χ. τα μνημόσυνα και για τις κηδείες που συνήθως ανατίθενται σε Γραφεία. Έτσι μοιραία πάμε και στην οικοδόμηση του ναού. Και αυτή από τα χέρια των ενοριτών;Τα όσα άξια παρατηρεί ο αρθρογράφος, είμαι της γνώμης, ότι σχετίζονται με την "εκλογίκευση" η οποία, εδώ και καιρό, επισκίασε τη "συμμετοχή". Για μια τέτοια μετάβαση ή ολίσθηση δεν ευθύνεται μόνον η από ιεραρχών διαποίμανση, αλλά και ποικίλο άλλοιι παράγοντες που διαμόρφωσαν τη λεγόμενη "αλλοτριωμένη εργασία".