«Εντυπ ωσιάζομαι βαθύτατα από την τόλμη του Βράιλα να θεωρήσει το ωραίο ως οντολογία. Και μάλιστα ως θεολογική οντολογία! Είναι πολύ προχωρημένη θέση αυτή.
Στην τριάδα αυτή την οποία φιάχνει – αλήθεια, αρετή και ωραίο – να τα θεωρεί αυτά τα τρία ομοούσια. Ενάντια σε κάθε πανθεϊζουσα ή ολοποιούσα φιλοσοφική διαλεκτική ή, αντίστοιχα, μια θεολογική “φιλιοκβιστική” άποψη που θάθελε τον τρίτο όρο να παράγεται κι απ’ τους δύο άλλους – και να είναι κατώτερός τους
Λέει λοιπόν: Το ωραίο αφορά στο Είναι. Δεν είναι τίποτε λιγώτερο. Το Είναι είναι που είναι ωραίο! Και η αρετή! Και, μάλιστα, είναι ωραία μ’ ένα τρόπο ομοούσιο. Η θεολογική έννοια του «ομοουσίου» είναι εξαιρετικά πλούσια έννοια: Δείχνει ότι υπάρχουν μορφές πληρότητας οι οποίες σ υ ν υ π ά ρ χ ο υ ν όχι αθροιστικά. Δεν είναι, δηλαδή, η αλήθεια που είναι κ α ι ωραία, είναι η αλήθεια η οποία έχει όλη την ουσία της, την οποία επίσης έχει το ωραίο, την οποία επίσης έχει η αρετή! Θα λέγαμε ότι τα πάντα είναι εκφάνσεις του Όντος. […] Ο τελικός ορίζοντας – συνεπώς – της αλήθειας, της αρετής και του ωραίου είναι ο Θεός.»

Ιδού μια προσέγγιση (από τον π. Νικόλαο Λουδοβίκο) που με συνεπαίρνει. Η μόνη προσέγγιση!

«Η ύλη είναι ελευθερία – δεν είναι αναγκαιότητα.»
Μια επιφύλαξη, εδώ, από την ταπεινή σκοπιά μου: Η ύλη καλείται να (ξανα)γίνει – δεν είναι εξ άπαντος ελευθερία.