Ευγένιος Αρανίτσης
Η δήλωση που εξέδωσε ο Κώστας Σημίτης μετά τη δημόσια εκμυστήρευση του Τάσου Μαντέλη σχετικά με τα δώρα που λάμβανε από τη διαβόητη Siemens θα μπορούσε να γίνει δεκτή σαν ένα παράδειγμα, κάθε άλλο παρά χλιαρό, του τρόπου με τον οποίο τέτοιου είδους φαινομενικοί αντί-ηγέτες μπέρδεψαν εντέλει το εγώ τους με το κράτος, τον δημόσιο τομέα και το κόμμα.
Μολονότι ο Σημίτης δεν ενδιαφερόταν ιδιαίτερα για την τύχη του κόμματος και μολονότι συμπεριφερόταν σαν κάποιος που είχε προσληφθεί από μιαν επιχείρηση για να βάλει τάξη στο ταμείο της, θα ήταν επίσης σωστό αν λέγαμε πως η υπεροψία που εξασφάλιζε η κατοχή του θώκου διατηρούσε, αντεστραμμένα, όλα τα γνωρίσματα της ελέω Θεού αλαζονείας του Αντρέα Παπανδρέου. Απ' αυτή την άποψη, επιτρέπεται να πούμε ότι ο τέως πρωθυπουργός, παρά το χαμηλό προφίλ και το αινιγματικό και στενόμυαλο ύφος του λιγομίλητου γραφειοκράτη, υπήρξε κι εκείνος ένας πρωταγωνιστής του δικομματικού θαύματος, κατορθώνοντας να λανσάρει μιαν πρωτότυπη, αθόρυβη αλαζονεία κεκλεισμένων των θυρών.
Με τον όρο αλαζονεία δεν αναφέρομαι εδώ στην περιφρόνηση της ανάγκης για συλλογικές αποφάσεις, κάτι που ίσχυε για τον προκάτοχό του, αλλά σ' εκείνον τον τόνο τής, ερήμην του ανθρώπου, παπαγαλίας των αριθμητικών μεγεθών, που προϋπέθετε σιωπηρά την παραδοχή ότι η κοινή γνώμη είναι αρκούντως αργόστροφη, δηλαδή μέχρι του σημείου να μην αντιλαμβάνεται τι περίπου παιζόταν στη σκηνή του λεγόμενου εκσυγχρονισμού σε όφελος των κέντρων που τον προστάτευαν. Ο Σημίτης έδινε στο πνεύμα του εκσυγχρονισμού την ιδανική νεοελληνική διέξοδο, κατά το ήμισυ τεχνοκράτης και κατά το ήμισυ βαρετός διαχειριστής βαρετών εκκρεμοτήτων, ένας συνδυασμός που η κοινή γνώμη εξέλαβε ως απόδειξη πηγαίας εντιμότητας. Ο εκσυγχρονισμός είχε γίνει αντιληπτός σαν μια παρτίδα μεταξύ τεχνοκρατών και οι τεχνοκράτες δεν είχαν χιούμορ ούτε ταλέντο στις ηχηρές αψιμαχίες, μόνον μια μυστηριώδη έφεση στο πλεονέκτημα των κρυφών και εξεζητημένων προσθαφαιρέσεων που θριαμβεύουν αφήνοντας τα μπαλκόνια και τις κραυγές στο περιθώριο. Είχαμε φορτωθεί έναν δυσάρεστο άνθρωπο, όχι πανούργο και αριβίστα, όπως ο Αντρέας Παπανδρέου, αλλά μονόχνοτο και πληκτικό, έναν αγοραφοβικό άνθρωπο που το φυσικό του περιβάλλον ήταν η κρυψίνοια και ο οποίος κυβερνούσε, ή τέλος πάντων υποτίθεται ότι κυβερνούσε, με δεδηλωμένο στόχο να χαλιναγωγήσει το ταμπεραμέντο μιας χώρας δημοσίων υπαλλήλων και μεταπρατών της τουριστικής βιομηχανίας.
Αυτό το προφίλ, σε συνδυασμό με τον ορυμαγδό των έργων της Ολυμπιάδας, έδινε σε όλους την αίσθηση ότι, αφού οι χαρισματικοί πατέρες του έθνους μάς είχαν οδηγήσει σε σύγχυση, ένας μη χαρισματικός θα αποδεικνυόταν η πιο οικονομική λύση προκειμένου να εξασφαλίσουμε την ευτυχία μιας ορισμένης ορθολογικής φροντίδας στη μοιρασιά της πίτας ανάμεσα σε θερμόαιμους και τυχοδιώκτες δικαιούχους. Η χώρα παρέπαιε εξαρχής και ο Σημίτης, αντί να υποσχεθεί ότι θα είναι ιδιοσυγκρασιακά διαφορετικός απ' τον μέσο άνθρωπο ώστε να τον κυβερνήσει αποτελεσματικά (όπως έκανε ο Καραμανλής), ή ότι θα παραμείνει αφ' υψηλού ταυτισμένος μ' εκείνον, συμμεριζόμενος τα αιτήματά του (όπως έκανε ο Α. Παπανδρέου), προτίμησε να μην υποσχεθεί απολύτως τίποτα αλλά να ενσαρκώσει την ελπίδα, όχι και τόσο φωτεινή εδώ που τα λέμε, ότι στο μέλλον οι κυβερνήτες θα είναι υψηλόβαθμοι τμηματάρχες, όπως στην Ελβετία. Εμοιαζε τρωτός κι αυτό ήταν καλό για τη χώρα, επειδή η χώρα είχε κληθεί να υπογράψει την παραδοχή ότι θα προχωρούσε, στο εξής, εγκαταλείποντας τις μυθικές αυθεντίες του παρελθόντος.
Ετσι, ο Σημίτης κράτησε το προβάδισμα έχοντας εγγυηθεί έναν ανεκτό παρονομαστή στη διανομή των μερίδων των δημοσίων έργων και των προμηθειών, αφήνοντας όλη τη συσσωρευμένη ανισορροπία που απειλούσε τον κοινωνικό ιστό να ξεσπάσει στα ασθενή στρώματα των μικροεπενδυτών του Χρηματιστηρίου και των μικροϊδιοκτητών της μεσαίας τάξης, που περίμεναν, ένεκα της εισαγόμενης φήμης του εκσυγχρονιστικού μοντέλου, ότι ο ήλιος θα ανατείλει από τη δύση. Ο ίδιος απέπνεε κάτι απ' την ήρεμη πονηριά που διακρίνουμε σε ισπανούς ή σικελούς αριστοκράτες των ταινιών εποχής, αυτούς των μικρόσωμους συμβούλους που κρατούν τον λογαριασμό, απεικονιζόμενοι στα πορτρέτα της Αυλής πίσω απ' τον μονάρχη. Ακόμη και ο φετιχισμός της ανάπτυξης, που τον πληρώσαμε πανάκριβα με την καταστροφή της υπαίθρου και το μετέπειτα παταγώδες γκρέμισμα όλων εκείνων των δεικτών της οικονομίας, περιλαμβανομένων των ψυχολογικών, που λειτουργούσαν επί καιρώ σαν φούσκες, προσέδιδε στο στυλ του Σημίτη μια χροιά απολιτίκ μοιρολατρίας εκτός καταλογισμού, λες και η αναδιανομή του πλούτου μέσω των πληκτρολογίων της Σοφοκλέους ήταν απλώς μια κακή χρονιά για τα καπνά ή το μπαμπάκι, δίχως υποκινητές, πολύ λιγότερο δε ενόχους.
Η ασυλία του Κ. Σημίτη, που ήταν, εύλογα, ο αγαπημένος του κεντροαριστερού τύπου, είχε λοιπόν να κάνει με τη διάχυτη βεβαιότητα ότι, όντως, δεν απομένει τίποτα να προσάψεις σε κάποιον που δεν έχει ούτε φανερές αρετές ούτε φανερά ελαττώματα. Αυτή η αποενοχοποιητική εντύπωση αξιοποιήθηκε πολιτικά κατ' επανάληψιν ώστε να κερδηθεί πίστωση χρόνου, και δεν πρέπει να ξεχνάμε, φέρ' ειπείν, ότι η μόνιμη σημιτική επωδός μπροστά στο φάσμα μικρών και μεγάλων σκανδάλων, σύμφωνα με την οποία «όποιος είχε στοιχεία όφειλε να τα πάει στον εισαγγελέα», δεν διέφερε ουσιαστικά απ' το «ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό» του Βουλγαράκη, για το οποίο εντούτοις έγινε τόσος θόρυβος. Προ Βουλγαράκη, η εξίσωση «ό,τι είναι νόμιμο είναι και ηθικό» επαληθεύτηκε με τυμπανοκρουσίες επί Σημίτη, ο οποίος την υπονοούσε διαρκώς, ήδη από την εποχή τού «Ευχαριστούμε τους Αμερικανούς» ή της «παραίτησης» Καστανίδη, κινούμενος μ' εκείνη την πείσμωνα έλλειψη διαπροσωπικής άνεσης που δηλητηριάζει τον αέρα γύρω απ' τις αντιρρήσεις, έως ότου αυτές ξεθωριάσουν και διαλυθούν χωρίς κανένας να καταλάβει τι ακριβώς συνέβη.
Τα παραπάνω ελάχιστα διαψεύδονται απ' το περιεχόμενο της πρόσφατης δήλωσης με αφορμή τα καμώματα του Μαντέλη, η οποία αντιμετωπίζεται, εκεί, σαν «πράξη που [...] αμαυρώνει το έργο της τότε κυβέρνησης...» -σαν να λέμε δηλαδή ότι, αν η ομολογία είχε αποφευχθεί, η υπόληψη της «τότε κυβέρνησης» θα ήταν άψογη, οπότε ούτε γάτος ούτε ζημιά. Χωρίς υπερβολή, η επιμονή της δήλωσης στην περίφημη ζημία από την αμαύρωση της εικόνας της «τότε κυβέρνησης», ενώ το πύο ρέει στο δάπεδο, προδίδει την ίδια εκείνη αναισθησία η οποία βοά και αλαλάζει στην παράβλεψη της υποχρέωσης για κάποιου είδους συγνώμη από πλευράς ενός πολιτικού που, απεναντίας, εμφανίζεται εντελώς ανεύθυνος για την επιλογή των συνεργατών του.
6.6.2010
Και η στήλη "Είσοδος Υπηρεσίας" του φύλλου του Σαββάτου
Ψίχουλα
Οπως φάνηκε με τη μεσολάβηση του επιχειρηματία Μάριου Κάτσικα, στο δελτίο του Alter (2/6), η πολυσυζητημένη διάκριση ανάμεσα στο ήθος και στους δημόσιους κανόνες ενός παιχνιδιού, που αφήνει εν μέρει το ήθος απ' έξω, έχει παρέλθει ανεπιστρεπτί.
Αυτός εξήγησε ότι το επίμαχο ποσό των 200.000 ευρώ όχι μόνον δεν ήταν ύποπτο αλλά μπορούσε, για τα δικά του μέτρα, να θεωρηθεί «απειροελάχιστο» («ψίχουλα»), επομένως στερούμενο ενδιαφέροντος.
ΜΕ ΩΡΑΙΑ, κάπως ουδέτερη κατανομή χαρακτηριστικών, σοβαρός όσο και η φίρμα που είχε ράψει το κοστούμι του και με μελετημένη οικονομία κινήσεων που τονιζόταν απ' τα μικρά, ερευνητικά του μάτια και τα δύο συσπειρωμένα Λάμδα των φρυδιών του, ο Μ. Κάτσικας παρουσιάστηκε σαν το είδος του ανθρώπου που θα ήθελες να εγγυηθεί υπέρ σου στην υποεπιτροπή του Κογκρέσου για Θέματα Ασφαλείας. Τελικά, περιορίστηκε στο μίνιμουμ των εξηγήσεων που όφειλε να παραχωρήσει, ενώ έδειχνε να αντλεί το τηλεοπτικό του κύρος από 'κείνη την αύρα που συνοδεύει την αλάνθαστη αλλά προσοδοφόρο τακτοποίηση αμέτρητων ισολογισμών ανωνύμων εταιρειών.
ΕΝ ΟΛΙΓΟΙΣ, απέπνεε δε αυτό το πολυκαιρισμένο λούστρο των ατόμων που αντιλαμβάνονται το γκολφ σαν το τελευταίο στάδιο του καπιταλιστικού ανταγωνισμού και, συνεπώς, γνωρίζουν, από πείρα, ότι οι φτωχοί είναι οι σπόνσορες των πλουσίων. Για κακή του τύχη, η θυελλώδης Λιάνα Κανέλλη, στο διπλανό παράθυρο, ακούγοντας να γίνεται λόγος για «ψίχουλα», θυμήθηκε, με το δίκιο της, την πτώση από σεισμό του κτηρίου της εταιρείας Faran, συμφερόντων Κάτσικα, και ρώτησε τον προσκεκλημένο, εάν είχαν δοθεί αποζημιώσεις στις οικογένειες των θυμάτων (οκτώ νεκροί) και τι ύψους ήταν αυτές.
ΕΔΩ, ο Μ. Κάτσικας βρέθηκε απροετοίμαστος αλλά, και πάλι, δεν έχασε την ψυχραιμία του -για την ακρίβεια, έμοιαζε να μην διαθέτει καθόλου ψυχραιμία, οπότε δεν ήταν δυνατόν και να τη χάσει. Μάλλον έδινε την εντύπωση ενός όντος που έπεφτε, από Νοέμβριο μέχρι αρχές Απριλίου, σε χειμερία νάρκη. «Δεν μπορώ να σας πω αυτή τη στιγμή», απάντησε μειλίχια ο επιχειρηματίας και η Λιάνα, μπροστά σ' ένα τέτοιο κρούσμα αναισθησίας, εξαφανίστηκε απ' το παράθυρο, όπως ένα τζίνι. Ηταν διπλά θυμωμένη, αφ' ενός με τον Κάτσικα, αφ'ετέρου με τον εαυτό της που δεν κατόρθωσε να πετύχει κάτι ουσιωδέστερο απ' το να επιτρέψει στο ταμπεραμέντο της να θριαμβεύσει. Οσο για τον αντίπαλό, αυτός ίσως κατάλαβε ότι είναι κυρίως στη δημοκρατία που υπάρχουν αδιέξοδα.
πηγή: http://www.enet.gr
| < Προηγούμενο | Επόμενο > |
|---|









Ο Χρ. Γιανναράς για τις πολιτικές εξελίξεις στις ...
Απαντηση σε ΑΘ - Νομιζω οι αποψεις μας σχε...
Γράμμα στην Πατρίδα
το κειμενο σας μου προκαλεσε απιστευτη συγ...
Γράμμα στην Πατρίδα
αριστουργημα !!!! - σπανια εχω νοιωσει τοσ...
Φιλοσοφία και καθημερινότητα
Αυτοδιάψευση - Το προαπαιτούμενο, εκ μέρου...
Φιλοσοφία και καθημερινότητα
να το θεσω διαφορετικα: ο Θ.Ι. Ζιακας ε...
Μια περιήγηση στην κρίση με οδηγό τον Προφήτη Δα...
ΜΙΑ ΠΕΡΙΗΓΗΣΗ ΣΤΗΝ ΚΡΙΣΗ - Μια ολοκληρωμεν...
Φιλοσοφία και καθημερινότητα
Ποιά ψυχολογική ανάγκη του συγγραφέα ικανο...
Ο Χρ. Γιανναράς για τις πολιτικές εξελίξεις στις ...
re: re: Ο δεξιότατος Γιανναράς. - [quote=...
Ο Χρ. Γιανναράς για τις πολιτικές εξελίξεις στις ...
"Στερνη μου γνωση να σε ειχα πρωτα"...
Ο Χρ. Γιανναράς για τις πολιτικές εξελίξεις στις ...
re: Ο δεξιότατος Γιανναράς. - Για μια ακό...
Το διφορούμενο στον έρωτα
Γλώσσα κοινωνίας - Ας μη θεωρήσουμε – προτ...
Ἀφιερωμένο στὴν Katerina ποὺ εἶναι Hellene
Τόκος αντιφάσεων (ή, η καταγγελία της… επα...